key in
key
ki:
κη
in
ɪn
ιν
/kˈiː ˈɪn/

Ορισμός και σημασία του "key in"στα αγγλικά

to key in
[phrase form: key]
01

εισάγω, πληκτρολογώ

to enter information using a keyboard, typically on a computer or electronic device
to key in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
key
ενεστώτας
key in
γ΄ ενικό πρόσωπο
keys in
ενεστώτα μετοχή
keying in
απλός αόριστος
keyed in
παθητική μετοχή
keyed in
Παραδείγματα
Please key in the product code to check its availability.
Παρακαλώ πληκτρολογήστε τον κωδικό προϊόντος για να ελέγξετε τη διαθεσιμότητά του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store