to key in
key
ki:
ki
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "key in"στα αγγλικά

to key in
01

εισάγω, πληκτρολογώ

to enter information using a keyboard, typically on a computer or electronic device 
to key in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
key
ενεστώτας
key in
γ΄ ενικό πρόσωπο
keys in
ενεστώτα μετοχή
keying in
απλός αόριστος
keyed in
παθητική μετοχή
keyed in
Παραδείγματα
She quickly keyed in her username and password to access the computer. 

Πληκτρολόγησε γρήγορα το όνομα χρήστη και τον κωδικό πρόσβασής της για να αποκτήσει πρόσβαση στον υπολογιστή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store