Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to have over
[phrase form: have]
01
φιλοξενώ, προσκαλώ
to receive someone as a guest at one's home
Transitive: to have over sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
have
ενεστώτας
have over
γ΄ ενικό πρόσωπο
has over
ενεστώτα μετοχή
having over
απλός αόριστος
had over
παθητική μετοχή
had over
Παραδείγματα
They often have relatives over during the holidays.
Συχνά φιλοξενούν συγγενείς κατά τις διακοπές.



























