Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to have over
01
φιλοξενώ, προσκαλώ
to receive someone as a guest at one's home
Transitive: to have over sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
have
ενεστώτας
have over
γ΄ ενικό πρόσωπο
has over
ενεστώτα μετοχή
having over
απλός αόριστος
had over
παθητική μετοχή
had over
Παραδείγματα
We should have our neighbors over for a barbecue this weekend.
Θα πρέπει να καλέσουμε τους γείτονές μας για μπάρμπεκιου αυτό το σαββατοκύριακο.



























