to have over
have
ˈhæv
hāv
o
əʊ
ew
ver

Ορισμός και σημασία του "have over"στα αγγλικά

to have over
01

φιλοξενώ, προσκαλώ

to receive someone as a guest at one's home 
Transitive: to have over sb
to have over definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
have
ενεστώτας
have over
γ΄ ενικό πρόσωπο
has over
ενεστώτα μετοχή
having over
απλός αόριστος
had over
παθητική μετοχή
had over
Παραδείγματα
We should have our neighbors over for a barbecue this weekend. 

Θα πρέπει να καλέσουμε τους γείτονές μας για μπάρμπεκιου αυτό το σαββατοκύριακο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store