Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get on to
[phrase form: get]
01
προχωρώ σε, αντιμετωπίζω
to start discussing or addressing a specific topic or subject in a conversation or discussion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on to
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get on to
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets on to
ενεστώτα μετοχή
getting on to
απλός αόριστος
got on to
παθητική μετοχή
got on to
Παραδείγματα
We should get on to discussing the project's timeline now.
Πρέπει να προχωρήσουμε στην συζήτηση του χρονοδιαγράμματος του έργου τώρα.
02
εκλέγομαι, μπαίνω σε
to be elected as a part of an organization or group
Παραδείγματα
She's determined to get on to the advisory panel to make a difference in her field.
Είναι αποφασισμένη να εκλεγεί στο συμβουλευτικό συμβούλιο για να κάνει τη διαφορά στον τομέα της.
03
προχωρώ σε, ξεκινώ
to advance to or begin working on a particular task or issue
Παραδείγματα
We should get on to the next item on the agenda, which is the budget.
Θα πρέπει να προχωρήσουμε στο επόμενο σημείο της ημερήσιας διάταξης, που είναι ο προϋπολογισμός.



























