Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dawn on
01
γίνεται σαφές, αρχίζει να καταλαβαίνει
to become clear, evident, or understood, particularly after some time
Transitive: to dawn on sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
dawn
ενεστώτας
dawn on
γ΄ ενικό πρόσωπο
dawns on
ενεστώτα μετοχή
dawning on
απλός αόριστος
dawned on
παθητική μετοχή
dawned on
Παραδείγματα
As she listened to the lecture, the significance of the scientific breakthrough began to dawn on her.
Καθώς άκουγε τη διάλεξη, η σημασία της επιστημονικής ανακάλυψης άρχισε να της γίνεται σαφής.



























