Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dawn on
[phrase form: dawn]
01
γίνεται σαφές, αρχίζει να καταλαβαίνει
to become clear, evident, or understood, particularly after some time
Transitive: to dawn on sb
Παραδείγματα
It was n't until they reached the summit that the breathtaking beauty of the landscape began to dawn upon them.
Μόνο όταν έφτασαν στην κορυφή άρχισε να γίνεται κατανοητή για αυτούς η εντυπωσιακή ομορφιά του τοπίου.



























