to dawn on
Pronunciation
/dˈɔːn ˈɑːn/
dawn upon

Ορισμός και σημασία του "dawn on"στα αγγλικά

to dawn on
[phrase form: dawn]
01

γίνεται σαφές, αρχίζει να καταλαβαίνει

to become clear, evident, or understood, particularly after some time
Transitive: to dawn on sb
to dawn on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
dawn
ενεστώτας
dawn on
γ΄ ενικό πρόσωπο
dawns on
ενεστώτα μετοχή
dawning on
απλός αόριστος
dawned on
παθητική μετοχή
dawned on
Παραδείγματα
It was n't until they reached the summit that the breathtaking beauty of the landscape began to dawn upon them.
Μόνο όταν έφτασαν στην κορυφή άρχισε να γίνεται κατανοητή για αυτούς η εντυπωσιακή ομορφιά του τοπίου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store