Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come down to
[phrase form: come]
01
αποτελώ την ουσία, εξαρτώμαι από
to be the most important factor in a situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down to
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come down to
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes down to
ενεστώτα μετοχή
coming down to
απλός αόριστος
came down to
παθητική μετοχή
come down to
Παραδείγματα
The argument came down to a simple misunderstanding.
Το επιχείρημα κατέληξε σε μια απλή παρεξήγηση.



























