to catch up in
catch
kæʧ
kāch
up
ʌp
ap
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "catch up in"στα αγγλικά

to catch up in
01

βρίσκω τον εαυτό μου μπλεγμένο σε, απροαιρέτωνα εμπλέκομαι σε

to unintentionally become part of a situation 
to catch up in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up in
βασικό ρήμα
catch
ενεστώτας
catch up in
γ΄ ενικό πρόσωπο
catches up in
ενεστώτα μετοχή
catching up in
απλός αόριστος
caught up in
παθητική μετοχή
caught up in
Παραδείγματα
She found herself caught up in a difficult situation at work. 

Βρέθηκε εμπλεκόμενη σε μια δύσκολη κατάσταση στη δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store