Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to catch up in
01
βρίσκω τον εαυτό μου μπλεγμένο σε, απροαιρέτωνα εμπλέκομαι σε
to unintentionally become part of a situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up in
βασικό ρήμα
catch
ενεστώτας
catch up in
γ΄ ενικό πρόσωπο
catches up in
ενεστώτα μετοχή
catching up in
απλός αόριστος
caught up in
παθητική μετοχή
caught up in
Παραδείγματα
She found herself caught up in a difficult situation at work.
Βρέθηκε εμπλεκόμενη σε μια δύσκολη κατάσταση στη δουλειά.



























