Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to catch up in
[phrase form: catch]
01
βρίσκω τον εαυτό μου μπλεγμένο σε, απροαιρέτωνα εμπλέκομαι σε
to unintentionally become part of a situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up in
βασικό ρήμα
catch
ενεστώτας
catch up in
γ΄ ενικό πρόσωπο
catches up in
ενεστώτα μετοχή
catching up in
απλός αόριστος
caught up in
παθητική μετοχή
caught up in
Παραδείγματα
She got caught up in the rush hour traffic and arrived late to the meeting.
Παγιδεύτηκε στην κίνηση της ώρας αιχμής και έφτασε αργά στη συνάντηση.



























