Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blow down
01
ριγώ, κατεδαφίζω
(of wind) to cause something such as trees or structures to fall
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
blow
ενεστώτας
blow down
γ΄ ενικό πρόσωπο
blows down
ενεστώτα μετοχή
blowing down
απλός αόριστος
blew down
παθητική μετοχή
blown down
Παραδείγματα
The strong gust of wind blew the old tree down during the storm.
Η δυνατή ριπή ανέμου κατέρριψε το παλιό δέντρο κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.



























