Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blow down
[phrase form: blow]
01
ριγώ, κατεδαφίζω
(of wind) to cause something such as trees or structures to fall
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
blow
ενεστώτας
blow down
γ΄ ενικό πρόσωπο
blows down
ενεστώτα μετοχή
blowing down
απλός αόριστος
blew down
παθητική μετοχή
blown down
Παραδείγματα
The intense windstorm blew down the old chimney on the abandoned house.
Η έντονη καταιγίδα κατέρριψε την παλιά καμινάδα στο εγκαταλελειμμένο σπίτι.



























