to blow down
Pronunciation
/blˈoʊ dˈaʊn/

Ορισμός και σημασία του "blow down"στα αγγλικά

to blow down
[phrase form: blow]
01

ριγώ, κατεδαφίζω

(of wind) to cause something such as trees or structures to fall
to blow down definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
blow
ενεστώτας
blow down
γ΄ ενικό πρόσωπο
blows down
ενεστώτα μετοχή
blowing down
απλός αόριστος
blew down
παθητική μετοχή
blown down
Παραδείγματα
The intense windstorm blew down the old chimney on the abandoned house.
Η έντονη καταιγίδα κατέρριψε την παλιά καμινάδα στο εγκαταλελειμμένο σπίτι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store