to belt into
belt
ˈbɛlt
belt
in
ɪn
in
to
too

Ορισμός και σημασία του "belt into"στα αγγλικά

to belt into
01

ξεκινώ με ενέργεια, ρίχνομαι με πάθος

to start doing something quickly and energetically 
to belt into definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
belt
ενεστώτας
belt into
γ΄ ενικό πρόσωπο
belts into
ενεστώτα μετοχή
belting into
απλός αόριστος
belted into
παθητική μετοχή
belted into
Παραδείγματα
The team was motivated to belt into the fundraising campaign. 

Η ομάδα ήταν παρακινημένη να ξεκινήσει με ενέργεια την εκστρατεία συγκέντρωσης χρημάτων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store