Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to belt into
[phrase form: belt]
01
ξεκινώ με ενέργεια, ρίχνομαι με πάθος
to start doing something quickly and energetically
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
belt
ενεστώτας
belt into
γ΄ ενικό πρόσωπο
belts into
ενεστώτα μετοχή
belting into
απλός αόριστος
belted into
παθητική μετοχή
belted into
Παραδείγματα
They planned to belt into the renovation project immediately.
Σχεδίασαν να ξεκινήσουν αμέσως το έργο ανακαίνισης.



























