to belt into
Pronunciation
/bˈɛlt ˌɪntʊ/

Ορισμός και σημασία του "belt into"στα αγγλικά

to belt into
01

ξεκινώ με ενέργεια, ρίχνομαι με πάθος

to start doing something quickly and energetically
to belt into definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
belt
ενεστώτας
belt into
γ΄ ενικό πρόσωπο
belts into
ενεστώτα μετοχή
belting into
απλός αόριστος
belted into
παθητική μετοχή
belted into
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store