bodily
bo
ˈbɒ
bo
di
di
ly
li
li
bawdily

Ορισμός και σημασία του "bodily"στα αγγλικά

01

σωματικός, σωματιδιακός

related to the body and its physical aspects or characteristics 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He experienced bodily discomfort after the strenuous workout. 

Βίωσε σωματική δυσφορία μετά την εξαντλητική προπόνηση.

02

σωματικός, φυσικός

having or relating to a physical material body 
03

σωματικός, σωματολογικός

affecting or characteristic of the body as opposed to the mind or spirit 
01

σωματικά, φυσικά

in bodily form 
γραμματικές πληροφορίες
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store