Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bodily
01
σωματικός, σωματιδιακός
related to the body and its physical aspects or characteristics
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Bodily movements are controlled by the nervous system and muscles working together.
Οι σωματικές κινήσεις ελέγχονται από το νευρικό σύστημα και τους μύες που συνεργάζονται.
02
σωματικός, φυσικός
having or relating to a physical material body
03
σωματικός, σωματολογικός
affecting or characteristic of the body as opposed to the mind or spirit
bodily
01
σωματικά, φυσικά
in bodily form
γραμματικές πληροφορίες
Λεξικό Δέντρο
bodily
body



























