Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stand up for
01
υπερασπίζομαι, υποστηρίζω
to defend or support someone or something
Transitive: to stand up for sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up for
βασικό ρήμα
stand
ενεστώτας
stand up for
γ΄ ενικό πρόσωπο
stands up for
ενεστώτα μετοχή
standing up for
απλός αόριστος
stood up for
παθητική μετοχή
stood up for
Παραδείγματα
She bravely stood up for her younger sibling against the school bullies.
Εκείνη γενναία υπερασπίστηκε τον μικρότερο αδερφό ή αδερφή της ενάντια στους νταήδες του σχολείου.



























