Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to settle for
[phrase form: settle]
01
ικανοποιούμαι με, δέχομαι απρόθυμα
to reluctantly choose someone or something because no one or nothing else is available
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
settle
ενεστώτας
settle for
γ΄ ενικό πρόσωπο
settles for
ενεστώτα μετοχή
settling for
απλός αόριστος
settled for
παθητική μετοχή
settled for
Παραδείγματα
Realizing the time constraints, she had to settle for a quick and simple solution to complete the project.
Συνειδητοποιώντας τους χρονικούς περιορισμούς, έπρεπε να ικανοποιηθεί με μια γρήγορη και απλή λύση για να ολοκληρώσει το έργο.



























