Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to settle for
01
ικανοποιούμαι με, δέχομαι απρόθυμα
to reluctantly choose someone or something because no one or nothing else is available
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
settle
ενεστώτας
settle for
γ΄ ενικό πρόσωπο
settles for
ενεστώτα μετοχή
settling for
απλός αόριστος
settled for
παθητική μετοχή
settled for
Παραδείγματα
After searching for hours, they had to settle for the only available rental car at the airport.
Μετά από ώρες αναζήτησης, έπρεπε να ικανοποιηθούν με το μόνο διαθέσιμο ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο στο αεροδρόμιο.



























