Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scale back
01
μειώνω, περιορίζω
to decrease something in number, extent, or size
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
back
βασικό ρήμα
scale
ενεστώτας
scale back
γ΄ ενικό πρόσωπο
scales back
ενεστώτα μετοχή
scaling back
απλός αόριστος
scaled back
παθητική μετοχή
scaled back
Παραδείγματα
The school had to scale back its extracurricular activities due to limited resources.
Το σχολείο αναγκάστηκε να μειώσει τις εξωσχολικές δραστηριότητες λόγω περιορισμένων πόρων.



























