Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pick on
01
παρενοχλώ, πειράζω
to keep treating someone unfairly or making unfair remarks about them
Transitive: to pick on sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
pick
ενεστώτας
pick on
γ΄ ενικό πρόσωπο
picks on
ενεστώτα μετοχή
picking on
απλός αόριστος
picked on
παθητική μετοχή
picked on
Παραδείγματα
It's not nice to pick on your younger brother just because he's smaller than you.
Δεν είναι ωραίο να πείραζεις τον μικρότερο αδερφό σου μόνο και μόνο επειδή είναι μικρότερος από εσένα.
02
επιλέγω, ορίζω
to choose someone specifically for a particular task or responsibility
Transitive: to pick on sb
Παραδείγματα
The coach picked on James to take the final penalty shot.
Ο προπονητής επέλεξε τον Τζέιμς για να εκτελέσει το τελικό πέναλτι.



























