Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to look ahead
[phrase form: look]
01
κοιτάζω μπροστά, σχεδιάζω για το μέλλον
to think about the things that could happen in the future
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ahead
βασικό ρήμα
look
ενεστώτας
look ahead
γ΄ ενικό πρόσωπο
looks ahead
ενεστώτα μετοχή
looking ahead
απλός αόριστος
looked ahead
παθητική μετοχή
looked ahead
Παραδείγματα
The entrepreneur looks ahead to identify new market opportunities and adapt their business model to stay ahead of the competition.
Ο επιχειρηματίας κοιτάζει μπροστά για να εντοπίσει νέες ευκαιρίες αγοράς και να προσαρμόσει το επιχειρηματικό του μοντέλο για να παραμείνει μπροστά από τον ανταγωνισμό.



























