Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to look ahead
01
κοιτάζω μπροστά, σχεδιάζω για το μέλλον
to think about the things that could happen in the future
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ahead
βασικό ρήμα
look
ενεστώτας
look ahead
γ΄ ενικό πρόσωπο
looks ahead
ενεστώτα μετοχή
looking ahead
απλός αόριστος
looked ahead
παθητική μετοχή
looked ahead
Παραδείγματα
Individuals look ahead to make financial decisions, such as saving for retirement or investing in education, to secure their future well-being.
Τα άτομα κοιτάζουν μπροστά για να πάρουν οικονομικές αποφάσεις, όπως η αποταμίευση για τη σύνταξη ή η επένδυση στην εκπαίδευση, για να εξασφαλίσουν τη μελλοντική τους ευημερία.



























