Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to live through
01
επιβιώνω, διασώζομαι
to survive a disaster or difficult situation
Transitive: to live through a difficult situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
live
ενεστώτας
live through
γ΄ ενικό πρόσωπο
lives through
ενεστώτα μετοχή
living through
απλός αόριστος
lived through
παθητική μετοχή
lived through
Παραδείγματα
The children lived through the loss of their parents, their love for each other providing strength and solace in their time of grief.
Τα παιδιά επέζησαν από την απώλεια των γονιών τους, η αγάπη τους ο ένας για τον άλλον παρείχε δύναμη και παρηγοριά στον καιρό του πένθους.



























