Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to join up
01
εντάσσομαι, συνεργάζομαι
to collaborate with someone else or a group to work together on a shared task or objective
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
join
ενεστώτας
join up
γ΄ ενικό πρόσωπο
joins up
ενεστώτα μετοχή
joining up
απλός αόριστος
joined up
παθητική μετοχή
joined up
Παραδείγματα
Let's join up with the marketing team to create a more effective campaign.
Ας συνεργαστούμε με την ομάδα μάρκετινγκ για να δημιουργήσουμε μια πιο αποτελεσματική καμπάνια.
02
κατατάσσομαι, εγγράφομαι
to become a member of the military or armed forces
Παραδείγματα
After finishing school, he decided to join up with the army.
Μετά το σχολείο, αποφάσισε να καταταγεί στον στρατό.



























