Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hit on
[phrase form: hit]
01
φλερτάρω, προσπαθώ να γνωρίσω
to flirt with someone, often with romantic or sexual intentions
Dialect
American
Transitive: to hit on sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
hit
ενεστώτας
hit on
γ΄ ενικό πρόσωπο
hits on
ενεστώτα μετοχή
hitting on
απλός αόριστος
hit on
παθητική μετοχή
hit on
Παραδείγματα
Trying to hit on someone in a respectful and friendly way is key to successful dating.
Η προσπάθεια να φλερτάρεις κάποιον με σεβασμό και φιλικότητα είναι το κλειδί για επιτυχημένα ραντεβού.
02
να σκεφτεί μια λαμπρή ιδέα, να βρει μια λαμπρή λύση
to suddenly have an amazing idea
Transitive: to hit on an idea
Παραδείγματα
She was daydreaming in class but then hit on a brilliant concept for her art project.
Ονειρευόταν στην τάξη αλλά μετά βρήκε μια λαμπρή ιδέα για το καλλιτεχνικό της πρότζεκτ.



























