Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hit back
01
ανταπαντώ, αντεπιτίθεμαι
to respond to an attack or criticism
Intransitive: to hit back | to hit back at sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back
βασικό ρήμα
hit
ενεστώτας
hit back
γ΄ ενικό πρόσωπο
hits back
ενεστώτα μετοχή
hitting back
απλός αόριστος
hit back
παθητική μετοχή
hit back
Παραδείγματα
When criticized, he always knows how to hit back with a strong defense.
Όταν τον κριτικάρουν, ξέρει πάντα πώς να ανταπαντήσει με μια ισχυρή άμυνα.



























