Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hit back
[phrase form: hit]
01
ανταπαντώ, αντεπιτίθεμαι
to respond to an attack or criticism
Intransitive: to hit back | to hit back at sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back
βασικό ρήμα
hit
ενεστώτας
hit back
γ΄ ενικό πρόσωπο
hits back
ενεστώτα μετοχή
hitting back
απλός αόριστος
hit back
παθητική μετοχή
hit back
Παραδείγματα
The athlete hit back at her detractors by setting a new world record.
Η αθλήτρια ανταπέδωσε στους επικριτές της με το να σημειώσει ένα νέο παγκόσμιο ρεκόρ.



























