to hit back
Pronunciation
/hˈɪt bˈæk/

Ορισμός και σημασία του "hit back"στα αγγλικά

to hit back
[phrase form: hit]
01

ανταπαντώ, αντεπιτίθεμαι

to respond to an attack or criticism
Intransitive: to hit back | to hit back at sb/sth
to hit back definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back
βασικό ρήμα
hit
ενεστώτας
hit back
γ΄ ενικό πρόσωπο
hits back
ενεστώτα μετοχή
hitting back
απλός αόριστος
hit back
παθητική μετοχή
hit back
Παραδείγματα
The athlete hit back at her detractors by setting a new world record.
Η αθλήτρια ανταπέδωσε στους επικριτές της με το να σημειώσει ένα νέο παγκόσμιο ρεκόρ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store