Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get down to
01
αφοσιώνομαι σε, επικεντρώνομαι σε
to start focusing on and engaging in a task or activity in a serious or determined manner
Transitive: to get down to a task or activity | to get down to doing sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down to
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get down to
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets down to
ενεστώτα μετοχή
getting down to
απλός αόριστος
got down to
παθητική μετοχή
gotten down to
Παραδείγματα
She needed to get down to studying for her final exams.
Χρειαζόταν να αρχίσει σοβαρά να μελετά για τις τελικές εξετάσεις της.



























