Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get down to
[phrase form: get]
01
αφοσιώνομαι σε, επικεντρώνομαι σε
to start focusing on and engaging in a task or activity in a serious or determined manner
Transitive: to get down to a task or activity | to get down to doing sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down to
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get down to
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets down to
ενεστώτα μετοχή
getting down to
απλός αόριστος
got down to
παθητική μετοχή
gotten down to
Παραδείγματα
After a long day of distractions, it's time to get down to writing that report.
Μετά από μια μακρά μέρα αποσπάσεων, ήρθε η ώρα να ασχοληθούμε σοβαρά με τη συγγραφή αυτής της αναφοράς.



























