Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to draw on
[phrase form: draw]
01
προχωρώ προς, πλησιάζω
to advance toward the end of a specific period of time
Intransitive: to draw on to the end of a period | to draw on towards the end of a period
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
draw
ενεστώτας
draw on
γ΄ ενικό πρόσωπο
draws on
ενεστώτα μετοχή
drawing on
απλός αόριστος
drew on
παθητική μετοχή
drawn on
Παραδείγματα
Let 's make the most of the time we have left as we draw on towards the conclusion of this chapter in our lives.
Ας αξιοποιήσουμε στο μέγιστο τον χρόνο που μας απομένει καθώς προχωράμε προς το τέλος αυτού του κεφαλαίου στη ζωή μας.
02
ανατρέχω σε, χρησιμοποιώ
to use information, knowledge, or past experience to aid in performing a task or achieving a goal
Transitive: to draw on knowledge or experience
Παραδείγματα
During the exam, students were encouraged to draw on their knowledge of the subject matter.
Κατά τη διάρκεια της εξέτασης, οι μαθητές ενθαρρύνθηκαν να ανατρέξουν στις γνώσεις τους για το θέμα.



























