Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come up with
01
προτείνω, αναπτύσσω
to create something, usually an idea, a solution, or a plan, through one's own efforts or thinking
Transitive: to come up with an idea or plan
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up with
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come up with
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes up with
ενεστώτα μετοχή
coming up with
απλός αόριστος
came up with
παθητική μετοχή
come up with
Παραδείγματα
By the end of the month, I will have come up with a detailed proposal.
Μέχρι το τέλος του μήνα, θα έχω ετοιμάσει μια λεπτομερή πρόταση.



























