to bear with
bear
bɛə
beē
with
wɪð
vidh

Ορισμός και σημασία του "bear with"στα αγγλικά

to bear with
01

ανέχομαι, υπομένω

to tolerate a situation or person 
to bear with definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
bear
ενεστώτας
bear with
γ΄ ενικό πρόσωπο
bears with
ενεστώτα μετοχή
bearing with
απλός αόριστος
bore with
παθητική μετοχή
borne with
Παραδείγματα
Thank you for bearing with the delays in our service; we are working to improve. 

Ευχαριστούμε που ανέχεστε τις καθυστερήσεις στην υπηρεσία μας· εργαζόμαστε για βελτίωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store