Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bargain for
01
προετοιμάζομαι για, αντιμετωπίζω
to prepare oneself for an event or outcome
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
bargain
ενεστώτας
bargain for
γ΄ ενικό πρόσωπο
bargains for
ενεστώτα μετοχή
bargaining for
απλός αόριστος
bargained for
παθητική μετοχή
bargained for
Παραδείγματα
He joined a local chess club thinking it would be casual, but got more than he bargained for when he faced a grandmaster in his first match.
Μπήκε σε ένα τοπικό σκάκι κλαμπ νομίζοντας ότι θα ήταν χαλαρό, αλλά πήρε περισσότερα από ό,τι περίμενε όταν αντιμετώπισε έναν γκρανμαστρ στο πρώτο του παιχνίδι.



























