Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Barge
01
a flat-bottomed boat used for transporting heavy goods, especially on canals
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
barges
Παραδείγματα
The barge carried grain along the canal to the processing plant.
to barge
01
ανοίγω δρόμο, σπρώχνω το δρόμο μου
push one's way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
barge
γ΄ ενικό πρόσωπο
barges
ενεστώτα μετοχή
barging
απλός αόριστος
barged
παθητική μετοχή
barged
02
μεταφέρω με φορτηγίδα, μετακινώ με μπάρτζα
transport by barge on a body of water
LanGeek



























