barge
barge
bɑ:ʤ
μπατζ
badgebarrebaryebrage

Ορισμός και σημασία του "barge"στα αγγλικά

01

a flat-bottomed boat used for transporting heavy goods, especially on canals 

γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
barges
Παραδείγματα
The barge carried grain along the canal to the processing plant. 
to barge
01

ανοίγω δρόμο, σπρώχνω το δρόμο μου

push one's way 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
barge
γ΄ ενικό πρόσωπο
barges
ενεστώτα μετοχή
barging
απλός αόριστος
barged
παθητική μετοχή
barged
02

μεταφέρω με φορτηγίδα, μετακινώ με μπάρτζα

transport by barge on a body of water 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store