Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bargain for
01
προετοιμάζομαι για, αντιμετωπίζω
to prepare oneself for an event or outcome
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
bargain
ενεστώτας
bargain for
γ΄ ενικό πρόσωπο
bargains for
ενεστώτα μετοχή
bargaining for
απλός αόριστος
bargained for
παθητική μετοχή
bargained for
Παραδείγματα
We didn't bargain for the long wait at the restaurant during peak hours.
Δεν προετοιμαστήκαμε για τη μεγάλη αναμονή στο εστιατόριο κατά τις ώρες αιχμής.



























