to bargain for
bar
bɑ:
baa
gain
geɪn
gein
for
fɔ:
faw
bargain on

Ορισμός και σημασία του "bargain for"στα αγγλικά

to bargain for
01

προετοιμάζομαι για, αντιμετωπίζω

to prepare oneself for an event or outcome 
to bargain for definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
bargain
ενεστώτας
bargain for
γ΄ ενικό πρόσωπο
bargains for
ενεστώτα μετοχή
bargaining for
απλός αόριστος
bargained for
παθητική μετοχή
bargained for
Παραδείγματα
We didn't bargain for the long wait at the restaurant during peak hours. 

Δεν προετοιμαστήκαμε για τη μεγάλη αναμονή στο εστιατόριο κατά τις ώρες αιχμής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store