Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wet market
01
υγρή αγορά, αγορά φρέσκων προϊόντων
a market in which fresh meat, fish, fruit, and vegetables are sold to customers, especially in Asia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wet markets
LanGeek



























