trafficking
tra
ˈtræ
trā
ffi
fi
cking
kɪng
king

Ορισμός και σημασία του "trafficking"στα αγγλικά

01

εμπόριο

the buying and selling of goods illegally 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
traffickings
Παραδείγματα
He was arrested for drug trafficking. 

Συνελήφθη για εμπορία ναρκωτικών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store