Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
everyone
01
όλοι, καθένας
every single person in a group, community, or society, without exception
Παραδείγματα
In times of crisis, everyone comes together to support each other.
Σε καιρούς κρίσης, όλοι ενώνονται για να υποστηρίξουν ο ένας τον άλλον.
Λεξικό Δέντρο
everyone
every
one



























