insulated
in
ˈɪn
ιν
su
σα
la
ˌleɪ
λει
ted
tɪd
τιντ
/ˈɪnsjʊˌleɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "insulated"στα αγγλικά

01

μονωμένος, θερμομονωμένος

covered with a substance that does not let heat, electricity, or sound to enter or escape through it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most insulated
συγκριτικός βαθμός
more insulated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The insulated soundproofing panels in the recording studio minimized outside noise, allowing for high-quality audio recordings.
Οι μονωμένες ηχομονωτικές πλάκες στο στούντιο ηχογράφησης ελαχιστοποίησαν τον εξωτερικό θόρυβο, επιτρέποντας ηχογραφήσεις υψηλής ποιότητας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store