Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pay gap
01
χάσμα αμοιβών, διαφορά πληρωμής
the difference in average earnings between two groups or categories of workers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pay gaps
LanGeek



























