free market
free
ˈfri:
φρι
mar
mɑ:
μα
ket
kɪt
κιτ

Ορισμός και σημασία του "free market"στα αγγλικά

01

ελεύθερη αγορά, οικονομία της αγοράς

an economic system that is not operated by the government rather by free competition and supply and demand 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
free markets
Παραδείγματα
In a free market economy, prices are determined by supply and demand rather than government intervention. 

Σε μια οικονομία ελεύθερης αγοράς, οι τιμές καθορίζονται από την προσφορά και τη ζήτηση και όχι από την κυβερνητική παρέμβαση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store