pre-order
pre
pri:
pri
or
ɔ:
aw
der

Ορισμός και σημασία του "pre-order"στα αγγλικά

01

προπαραγγελία, παραγγελία εκ των προτέρων

an order placed before the product is available for sale 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pre-orders
Παραδείγματα
The store received a large number of pre-orders for the highly anticipated video game. 

Το κατάστημα έλαβε μεγάλο αριθμό προπαραγγελιών για το πολυαναμενόμενο βιντεοπαιχνίδι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store