alternative fuel
al
ɔ:l
awl
ter
na
neɪ
nei
tive
tɪv
tiv
fuel
fju:əl
fyooēl

Ορισμός και σημασία του "alternative fuel"στα αγγλικά

Alternative fuel
01

εναλλακτικό καύσιμο

any fuel that can be used instead of fossil fuels 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
alternative fuels
Παραδείγματα
Many people are switching to cars that run on alternative fuel to reduce pollution. 

Πολλοί άνθρωποι στρέφονται σε αυτοκίνητα που λειτουργούν με εναλλακτικά καύσιμα για να μειώσουν τη ρύπανση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store