bobcat
bob
ˈbɒb
bob
cat
kæt
kāt

Ορισμός και σημασία του "bobcat"στα αγγλικά

01

bobcat, κόκκινος λύγκας

a medium-sized wild cat that is red in color with black markings, native to North America 
bobcat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bobcats
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store