Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to call around
01
τηλεφωνώ γύρω, καλώ διάφορα άτομα
to make phone calls to several people, particularly to receive information
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
call
ενεστώτας
call around
γ΄ ενικό πρόσωπο
calls around
ενεστώτα μετοχή
calling around
απλός αόριστος
called around
παθητική μετοχή
called around
Παραδείγματα
She called around to book a reservation for the anniversary dinner.
Τηλεφώνησε σε διάφορα μέρη για να κλείσει ένα τραπέζι για το δείπνο της επετείου.



























