acting
ac
ˈæk
āk
ting
tɪng
ting
aching

Ορισμός και σημασία του "acting"στα αγγλικά

01

υπόκριση, εμφάνιση

the job or art of performing in movies, plays or TV series 
acting definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Despite being a comedy, the film required some serious acting. 

Παρόλο που είναι κωμωδία, η ταινία απαιτούσε σοβαρή υποκριτική.

01

προσωρινός, αναπληρωτής

serving temporarily especially as a substitute 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
position, employment, temporality

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

overacting
acting
act
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store