Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Acting
acting
01
προσωρινός, αναπληρωτής
serving temporarily especially as a substitute
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
overacting
acting
act



























