Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Acting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Despite being a comedy, the film required some serious acting.
Παρόλο που είναι κωμωδία, η ταινία απαιτούσε σοβαρή υποκριτική.
acting
01
προσωρινός, αναπληρωτής
serving temporarily especially as a substitute
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
position, employment, temporality
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
overacting
acting
act



























