only child
on
ˈəʊn
ewn
ly
li
li
child
ʧaɪld
chaild

Ορισμός και σημασία του "only child"στα αγγλικά

01

μοναχοπαίδι, μοναδικό παιδί

a person who has no siblings 
only child definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
only children
Παραδείγματα
As an only child, he received undivided attention from his parents. 

Ως μοναχοπαίδι, έλαβε αδιαίρετη προσοχή από τους γονείς του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store