Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
senior nursing officer
/sˈiːnjɚ nˈɜːsɪŋ ˈɑːfɪsɚ/
Senior nursing officer
01
ανώτερος αξιωματικός νοσηλευτικής, προϊστάμενος νοσηλευτικών υπηρεσιών
someone who is in charge of all nursing services in a hospital
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
senior nursing officers



























