Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
life support machine
/lˈaɪf səpˈoːɹt məʃˈiːn/
Life support machine
01
μηχανή υποστήριξης ζωής, τεχνητό αναπνευστήρα
a device that keeps someone alive when they are seriously ill and are unable to breathe on their own
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
life support machines



























