Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
EpiPen
01
EpiPen, αυτόματη ένεση επινεφρίνης
a hypodermic device used in emergencies to treat a severe allergic reaction by giving an injection of epinephrine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
EpiPens



























