Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Venereology
01
βενερολογία, δερματοβενερολογία
the branch of medical science dealing with the diagnosis and treatment of sexually transmitted diseases
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























