opioid
o
ˈəʊ
ew
pioid
piɔɪd
pioyd

Ορισμός και σημασία του "opioid"στα αγγλικά

01

οπιοειδές, οπιοειδές αναλγητικό

any drugs with the same effects as opium, medicinally used for reducing extreme pain 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
opioids
01

οπιοειδές

related to pain-relieving medications derived from opium or synthetic alternatives 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Opioid medications such as morphine and oxycodone are commonly prescribed for severe pain management. 

Τα οπιοειδή φάρμακα όπως η μορφίνη και η οξυκοδόνη συνήθως συνταγογραφούνται για τη διαχείριση σοβού πόνου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store