Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gender dysphoria
01
δυσφορία φύλου, σεξουαλική δυσφορία
the condition in which a person is overwhelmed by distress or impairment due to a mismatch between their biological sex and their gender identity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























